Γέροντας Παρθένιος - Η Προσευχή που με «έφερε» από το Άγιο Όρος
Η Διήγηση του Γέροντος Παρθενίου: Η Προσευχή που με «έφερε» από το Άγιο Όρος
Η αναχώρηση και η ζωή στο Άγιο Όρος
«Όταν ήμουν μικρός —εννοώ όταν έφυγα για το Άγιο Όρος, ήμουν 22 ετών— πήγα στο μοναστήρι και φυσικά μου άρεσε πάρα πολύ. Αναπαύτηκα και ψυχικά και σωματικά, διότι βρήκα εκεί πολλούς καλούς πατέρες. Ο ηγούμενός μας, ο πατήρ Σεραφείμ, ήταν ένας πολύ αγαπητός άνθρωπος και μας περιέβαλλε με πολλή αγάπη. Το αισθανόμασταν αυτό γιατί το ζούσαμε.
Πήρα τότε μια απόφαση: ότι εγώ στον κόσμο δεν θα ξαναβγώ. Είχα πει πως στην Κεφαλονιά δεν θα ξαναπάω ποτέ, για πολλούς λόγους.»
Η ανεξήγητη επιθυμία της επιστροφής
«Όταν όμως πέρασαν περίπου είκοσι χρόνια —είχα πάει στο Όρος το 1954 και είχα πλέον γίνει ηγούμενος— μου ήρθε μια έντονη σκέψη να πάω να επισκεφτώ την Κεφαλονιά και τους γονείς μου. Πότε στον ύπνο μου και πότε στον ξύπνιο μου, έβλεπα διάφορα πράγματα: ότι είμαι εκεί, ότι συναναστρέφομαι με τα αδέρφια μου και τους γονείς μου.
Μου ξεκίνησε ένας ζήλος να πάω να τους δω για δέκα-δεκαπέντε μέρες. Οι πατέρες στη μονή δεν είχαν αντίρρηση. Τους λέω λοιπόν: "Πατέρες, έχω μια επιθυμία, αν είναι δυνατόν μετά τα Φώτα να κάνω μια επίσκεψη στην Κεφαλονιά, να δω τους γονείς μου και να με δουν κι αυτοί". Μου είπαν πως δεν είχαν καμία αντίρρηση. Πήγα λοιπόν, αλλά ακόμα δεν μπορούσα να καταλάβω πώς μου είχε έρθει αυτός ο πόθος μετά από τόσα χρόνια.»
Ο Θανάσης ο «Γαλιούρης»
«Όταν έφτασα εκεί, είδα τους γονείς μου, τους γείτονες, χαρήκαν όλοι. Ένα πρωί, έρχεται στο σπίτι ένας κύριος από το χωριό, λίγο μεγαλύτερος από μένα, γύρω στα 72 του χρόνια. Αυτός ο άνθρωπος παλιά ήταν του γλεντιού, του άρεσε να πίνει, να τραγουδάει και να δημιουργεί φασαρίες. Εγώ είχα φύγει μικρός και δεν τον είχα ξαναδεί. Εκείνος είχε πάει στην Αθήνα, δούλεψε, παντρεύτηκε, έκανε παιδιά και μετά επέστρεψε στο νησί.
Έρχεται λοιπόν με δύο μπαστουνάκια και φωνάζει τη μητέρα μου: "Κυρά-Γιαννούσα! Έμαθα πως ήρθε ο Γέροντας από το Άγιο Όρος. Πες του ότι ήρθα να εξομολογηθώ". Εγώ εκείνη την ώρα είχα ένα ραντεβού και δεν μπορούσα. Του λέω μέσω της μητέρας μου να έρθει το απόγευμα. Ήρθε πάλι στις δύο, αλλά και πάλι είχα δουλειά. Ντράπηκα όμως να του αρνηθώ ξανά. Του μήνυσα να πάει στην εκκλησία του Αγίου Νεκταρίου και θα πήγαινα κι εγώ σε λίγο.»
Το μυστήριο της εξομολόγησης
«Πήγα στην εκκλησία, τον είδα μετά από τόσα χρόνια. Με αγκάλιασε, μου έβαλε μετάνοια. Του λέω: "Θανάση, τι θέλεις;". Μου λέει: "Θέλω να εξομολογηθώ". Τον ρώτησα: "Μα εμένα περίμενες; Δεν έχει εδώ πνευματικούς; Έχεις εξομολογηθεί ποτέ; Έχεις κοινωνήσει;". Μου απαντά: "Ποτέ! Δεν ξέρω αν με πήγε η μάνα μου όταν ήμουν στις φασκιές. Ποτέ δεν πήγα σε πνευματικό, ποτέ δεν κοινώνησα. Τώρα όμως έχω διακαή πόθο".
Κάθισε απέναντί μου, έβαλα το πετραχήλι, αλλά η γλώσσα του δέθηκε. Δεν μπορούσε να πει λέξη. Του λέω: "Βοήθησέ με κι εσύ, άνοιξε την καρδιά σου, πες μου τι σε βαραίνει, τι αμαρτίες έχεις κάνει". Εκείνος επέμενε: "Δεν μπορώ, βοήθησέ με εσύ". Τον έπιασα λοιπόν από παιδί και τον ρωτούσε για τη ζωή του, τη γυναίκα του, τα παιδιά του.»
Η αποκάλυψη: Η προσευχή που «εκίνησε» τον Γέροντα
«Του λέω: "Πώς σου ήρθε τώρα να εξομολογηθείς, ενώ τόσα χρόνια δεν σε ενδιέφερε;". Και τότε μου αποκάλυψε το μυστήριο: "Θα σου πω, Γέροντα. Ήθελα έναν πνευματικό που να μου «πάει». Έρχομαι λοιπόν σε αυτό το στασίδι εδώ και τρία ολόκληρα χρόνια, κάθε μέρα. Βλέπεις την Παναγία εκεί; Τρία χρόνια την παρακαλάω με ένα ποτάμι δάκρυα και της λέω: Παναγιά μου, σε παρακαλώ, φέρε μου αυτόν τον Γέροντα από το Άγιο Όρος να με εξομολογήσει, να μην πεθάνω αεξομολόγητος!"
Τότε κατάλαβα! Του λέω: "Εσύ λοιπόν με ξεσήκωσες από το Άγιο Όρος! Άρον-άρον με έφερες στην Κεφαλονιά χωρίς να το ξέρω!".»
Η Θεία Κοινωνία και το τέλος
«Το θαύμα ήταν ότι, παρόλο που ήταν άνθρωπος του γλεντιού και του κρασιού, δεν είχε κάνει κακίες ή βαριές αμαρτίες στη ζωή του. Ήταν αγαπημένος με τη γυναίκα και τα παιδιά του. Του έβαλα «τιμωρία» να πάμε την Κυριακή στο εκκλησάκι του Αγίου Διονυσίου να λειτουργήσουμε και να τον κοινωνήσω.
Όλο το χωριό τον ήξερε ως «Θανάση τον ακοινώνητο». Όταν όμως κοινώνησε, το πρόσωπό του έγινε ολοφώτεινο, σαν μικρό παιδάκι. Επειδή δεν μπορούσε να περπατήσει ή να κάνει μετάνοιες, του έδωσα ένα κομποσχοίνι και του είπα: "Όταν πίνεις τον καφέ σου στο μπαλκόνι, θα λες: Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με. Αυτός θα είναι ο κανόνας σου".
Έτσι οικονομεί η Πρόνοια του Θεού τους πάντες και τα πάντα.»
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου